↑ Επιστροφή σε Λεξικό

chauffer (v)

 

ζεσταίνω

Παραδείγματα:

  • Je chauffe de l’eau. Ζεσταίνω νερό. 
  • On chauffe la maison en hiver, parce que il fait froid. Ζεσταίνουμε το σπίτι το χειμώνα, γιατί κάνει κρύο.
  • Chauffez l’ huile, avant de mettre les crêpes dans la poêle. Ζεστάνετε το λάδι, προτού βάλετε τις κρέπες στο τηγάνι.
  • Avant de commencer à s’ entrainer, il faut bien  chauffer les muscles. Πριν ξεκινήσουμε να προπονούμαστε, πρέπει να ζεσταίνουμε καλά τους μυς.    
  • se chauffer ζεσταίνομαι, θερμαίνομαι.
  • Je me chauffe près du feu. Ζεσταίνομαι κοντά στο τζάκι.
  • On se chauffe au gaz. Θερμαινόμαστε με γκάζι.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar