↑ Επιστροφή σε Λεξικό

chercher (v)

ψάχνω, παίρνω

Παραδείγματα:

  • Je cherche mon petit chien partout dans le jardin. Ψάχνω το σκυλάκι μου παντού στον κήπο.
  • Elle cherche un crayon pour écrire. Αυτή ψάχνει ένα μολύβι για να γράψει.

Σε κάποιες περιπτώσεις το ρήμα chercher έχει την έννοια του παίρνω:

  • La mère cherche les efants à l’ école tous les après-midis à 4h. Η μητέρα παίρνει τα παιδιά από το σχολείο κάθε απόγευμα στις 4.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar