Επιστροφή σε Λεξικό

consister (v. 1er gr.)

αποτελούμαι, συνίσταμαι

Ανήκει στην πρώτη συζυγία και θα το χρησιμοποιήσουμε με τις προθέσεις à και en. 

consister à + infinitif: συνίσταμαι

Παραδείγματα:

  • Son travail consiste à examiner les malades. Η δουλειά του συνίσταται στο να εξετάζει ασθενείς.
  • Ma mission consiste à accueillir les touristes et à les conduire dans leurs chambres. Η αποστολή μου συνίσταται στο να υποδέχομαι τους τουρίστες  και να τους οδηγώ στα δωμάτιά τους.

consister en + nom: αποτελούμαι

Παραδείγματα:

  • Le travail consiste en beaucoup de tâches. Η εργασία αποτελείται από πολλά καθήκοντα.
  • Les allocations familiales consistent en un complément de revenu non fiscalisé. Τα οικογενειακά επιδόματα αποτελούνται από ένα συμπληρωματικό, αφορολόγητο εισόδημα.
Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar