↑ Επιστροφή σε Λεξικό

crayon (le)

μολύβι

Παραδείγματα:

  • Où est mon crayon?  Που είναι το μολύβι μου;
  • Est-ce que tu as vu mon crayon vert? Μήπως είδες το πράσινο μολύβι μου;
  • un crayon de cire κηρομπογιά
  • Les crayons de cire sont utilisés surtout par de petits enfants, à partir de l’ âge de 12 mois. Οι κηρομπογιές χρησιμοποιούνται, κυρίως, από μικρά παιδιά, από την ηλικία των 12 μηνών.

Ο όρος αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωση που θέλουμε ν’ αναφερθούμε σε προïόντα ομορφιάς:

  • un crayon yeux / pour les yeux  μολύβι ματιών, un crayon à lèvres μολύβι χειλιών
  • Appliquez toujours le crayon selon la forme de vos yeux , pour les mettre en valeur. Εφαρμόζετε πάντα το μολύβι σύμφωνα με το σχήμα των ματιών σας, για να τα αναδείξετε.
  • Mon nouveau crayon yeux est équipé d’ une gomme en latex et d’ un taille-crayon. Το καινούριο μου μολύβι ματιών είναι εξοπλισμένο με μια λαστιχένια γόμα και μια ξύστρα.
  • Nous avons acheté des crayons à lèvres aux tendences de la mode actuelle. Αγοράσαμε μολύβια χειλιών σύμφωνα με τις τάσεις της μόδας. 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar