Επιστροφή σε Λεξικό

discuter (v. 1er gr.)

συζητώ, εξετάζω, κριτικάρω …

Μόνο του, χωρίς αντικείμενο έχει την έννοια του συζητώ, φλυαρώ

Για παράδειγμα:

  • Ils discutent tout le temps. Συζητούν συνέχεια.
  • Elles ne travaillent pas, elles passent leur temps à bavarder. Δεν δουλεύουν, περνούν τον καιρό τους φλυαρώντας.
  • Qu’est-ce que vous discutez? Τι συζητάτε
  • Discutez sans vous disputer. Συζητάτε χωρίς να τσακώνεστε.

Με αντικείμενο και χωρίς πρόθεση σημαίνει εξετάζω, αξιολογώντας τα υπέρ και τα κατά.

Για παράδειγμα:

  • Avant de signer il faut bien discuter les conditions du contrat. Πριν υπογράψουμε πρέπει να εξετάσουμε καλά τους όρους του συμβολαίου.
  • Le Parlement discute et vote les lois. Το κοινοβούλιο εξετάζει και ψηφίζει τους νόμους.

Με τις προθέσεις de και sur έχει την έννοια του συζητώ, κάνω διάλογο πάνω σε / για ένα θέμα ανταλλάσσοντας επιχειρήματα και απόψεις :

  • Ils on passé toute la journée à discuter sur les détails du mariage. Πέρασαν όλη τη μέρα να συζητούν τις λεπτομέρειες του γάμου.
  • Elle ne discutait jamais de politique lors de réunions familiales. Δεν συζητούσε ποτέ πολιτικά στις οικογενειακές συγκεντρώσεις.

Mε την πρόθεση avec σημαίνει συζητώ με κάποιον

Για παράδειγμα:

  • Je discute mes problèmes avec mes parents. Συζητώ τα προβλήματά μου με τους γονείς μου.
  • Je discute le projet avec le nouveau directeur. Συζητώ το σχέδιο με τον καινούριο διευθυντή.

Τέλος, θα το συναντήσουμε και με την έννοια του αμφισβητώ:

Για παράδειγμα:

  • On ne devrait pas discuter les décisions du président. Δεν θα έπρεπε ν’αμφισβητούμε τις αποφάσεις του προέδρου.
  • Plusieurs fois les enfants discutent les ordres de leurs parents. Πολλές φορές τα παιδιά αμφισβητούν τις εντολές των γονιών τους. 
Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar