↑ Επιστροφή σε Λεξικό

douloureux(-euse) (adj)

επώδυνος

Παραδείγματα:

  • C’est douloureux!  Αυτό είναι επώδυνο!
  • Avoir une jambe cassée, c’est douloureux. Το να έχεις ένα σπασμένο πόδι είναι επώδυνο.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar