Επιστροφή σε Λεξικό

faire (v. 3e gr.)

κάνω, φτιάχνω

Présent
je fais
tu fais
il, elle, on fait
nous faisons
vous faites
ils, elles font
Passé Composé: j’ai fait

Για παράδειγμα:

  • Je fais des exercices. Κάνω ασκήσεις
  • Tu fais souvent des voyages. Κάνεις συχνά ταξίδια.
  • Elle fait le ménage. Κάνει τις δουλειές του σπιτιού.
  • Nous faisons une promenade. Κάνουμε ένα περίπατο
  • Ils font les courses le samedi matin. Κάνουν ψώνια κάθε Σάββατο πρωί.
  • Maman fait un gâteau. Η μαμά φτιάχνει ένα γλυκό.
  • Nous partons en vacances et nous faisons nos bagages. Φεύγουμε για διακοπές και φτιάχνουμε τις βαλίτσες μας.
  • Je fais la cuisine. Μαγειρεύω.

Άλλες χρήσεις:

1. faire de + une activité sportive

Το συνοδεύουμε με την πρόθεση de όταν θέλουμε να μιλήσουμε για μια δραστηριότητα (κυρίως αθλητική αλλά και πιο γενικά.)

Για παράδειγμα:

  • Tu fais de la danse. Κάνεις χορό.
  • Les enfants font des sports. Τα παιδιά κάνουν σπορ.
  • Mon ami fait de l‘escalade. Ο φίλος μου κάνει αναρρίχηση.
  • Je fais du jogging le dimanche matin. Κάνω τζόκινγκ.
  • Elle fait du piano. Κάνει πιάνο.
  • Ils font du tourisme. Κάνουν τουρισμό.

Για περισσότερες “δραστηριότητες” ακολουθείστε το σύνδεσμο.

2. la météo

Με τον καιρό. Στην περίπτωση αυτή χρησιμοποιείται σαν απρόσωπο ρήμα, δηλ. πάντα στο τρίτο πρόσωπο του ενικού: il

Για παράδειγμα:

  • Il fait beau. Κάνει καλό καιρό.
  • Il fait mauvais. Κάνει άσχημο καιρό.
  • Il fait du vent. Έχει αέρα.
  • Il fait chaud. Κάνει ζέστη.
  • Ιl fait froid. Κάνει κρύο.
  • Il fait – 5°. Έχει -5°.

Για περισσότερο “καιρό” ακολουθείστε το σύνδεσμο.

3. la distance, le temps 

Για την απόσταση, τον χρόνο.

Για παράδειγμα:

  • Chaque matin, je fais 1h de trajet en voiture pour aller au bureau. Κάθε πρωί κάνω 1 ώρα διαδρομή με αυτοκίνητο για να πάω στο γραφείο.
  • Vous faites 20 mètres et la poste est à votre gauche. Κάνετε (περπατάτε) 20 μέτρα και το ταχυδρομείο είναι στα αριστερά σας.

4. Idiomes

Τέλος, θα το συναντήσετε και με ιδιωματική χρήση.

Για παράδειγμα:

  • Je fais le plein (d’essence). Γεμίζω το ρεζερβουάρ.
  • Je fais les musées. Πηγαίνω στα/επισκέπτομαι τα μουσεία.
  • Je fais les magasins. Πηγαίνω για ψώνια.
  • Je fais la tête. Κρατάω μούτρα, είμαι θυμωμένος, δυσαρεστημένος.
  • Vous faites le pont? Θα κάνετε ημέρα-γέφυρα; (για να έχετε ένα παρατεταμένο Σαββατοκύριακο).

 

 

 

Το BrixFax.Co/MF σε μορφή PDF. Για να το έχετε μαζί σας όλες τις ώρες.  Όλη η γραμματική του ιστότοπου μόνο € 4,90.

Αγοράστε το τώρα.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar