Επιστροφή σε Λεξικό

faire (v. 3e gr.)

κάνω, φτιάχνω

Présent
je fais
tu fais
il, elle, on fait
nous faisons
vous faites
ils, elles font
Passé Composé: j’ai fait

Ας δούμε πως θα το χρησιμοποιήσουμε.

1.  Χωρίς πρόθεση: με οριστικό, αόριστο άρθρο ή κτητικό επίθετο

Je fais:

  • des exercices / les devoirs pour l’école ασκήσεις / ασκήσεις, μαθήματα για το σχολείου
  • des voyages ταξίδια / des travaux (à la maison) εργασίες, επισκευές / des plans, des projets (pour l’avenir) σχέδια για το μέλλον
  • un gâteau γλυκό
  • une surprise έκπληξη
  • une promenade / une randonnée περίπατο
  • le ménage / la cuisine δουλειές του σπιτιού /  μαγείρεμα
  • la sieste κοιμάμαι το μεσημέρι
  • les courses ψώνια 
  • mes bagages / mes valises τις αποσκευές μου, τις βαλίτσες μου

2. Με την πρόθεση DE:

Όταν αναφερόμαστε σε δραστηριότητες (κυρίως αθλητικές αλλά και πιο γενικά). Προσοχή, όμως! Η πρόθεση αλλάζει ανάλογα με το γένος της δραστηριότητας: (du, de la, de l’, des):

Je fais:

  • du sport / du vélo / du jogging
  • de la boxe / de la natation κολύμβηση / de la marche περπάτημα
  • de l’escalade αναρρίχηση

Άλλες δραστηριότητες:

Je fais:

  • de la danse χορό / du piano πιάνο
  • du tourisme τουρισμό
  • du shopping /  du lèche-vitrines ψώνια, χαζεύω τις βιτρίνες

Για περισσότερες “δραστηριότητες” ακολουθείστε το σύνδεσμο.

3. Για τον καιρό: la météo

Στην περίπτωση αυτή χρησιμοποιείται σαν απρόσωπο ρήμα, δηλ. πάντα στο τρίτο πρόσωπο του ενικού:

il fait:

  • beau Κάνει καλό καιρό
  • mauvais Κάνει άσχημο καιρό
  • du vent Έχει αέρα
  • chaud Κάνει ζέστη
  • froid Κάνει κρύο
  • – 5° Έχει -5°

Για περισσότερο “καιρό” ακολουθείστε το σύνδεσμο.

4. Για την απόσταση, τον χρόνο: la distance, le temps 

  • Chaque matin, je fais 1h de trajet en voiture pour aller au bureau. Κάθε πρωί κάνω 1 ώρα διαδρομή με αυτοκίνητο για να πάω στο γραφείο.
  • Vous faites 20 mètres et la poste est à votre gauche. Κάνετε (περπατάτε) 20 μέτρα και το ταχυδρομείο είναι στα αριστερά σας.

4. Με ιδιωματική χρήση: Idiomes

Je fais:

  • le plein (d’essence) γεμίζω το ρεζερβουάρ.
  • les musées / les magasins πηγαίνω στα/επισκέπτομαι τα μουσεία / μαγαζιά
  • la tête κρατάω μούτρα, είμαι θυμωμένος, δυσαρεστημένος.
  • le pont κάνω γέφυρα τις μέρες (για να έχω ένα παρατεταμένο Σαββατοκύριακο).
  • des rêves ονειρεύομαι / de bons rêves, de mauvais rêves βλέπω ωραία, άσχημα όνειρα
  • des cauchemars έχω εφιάλτες
  • Ça fait mal. (Αυτό) πονάει.

 

 

 

Το BrixFax.Co/MF σε μορφή PDF. Για να το έχετε μαζί σας όλες τις ώρες.  Όλη η γραμματική του ιστότοπου μόνο € 4,90.

Αγοράστε το τώρα.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar