↑ Επιστροφή σε Λεξικό

malade (adj)

άρρωστος

Παραδείγματα:

  • Stella est malade, elle a de la fièvre. Η Στέλλα είναι άρρωστη,έχει πυρετό.
  • Est-tu encore malade? Eίσαι ακόμα άρρωστος;

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar