Επιστροφή σε Λεξικό

noir (-e) (adj)

μαύρο

Παραδείγματα:

  • Mon chien est noir.  Ο σκύλος μου είναι μαύρος.  
  • Je déteste les chats noirs. Μισώ τις μαύρες γάτες.
  • L’ homme à la veste noire est notre professeur de français. Ο άντρας με το μαύρο σακάκι είναι ο καθηγητής μας των γαλλικών. 
  • film noir φίλμ νουάρ: film policier αστυνομική ταινία
  • Jean-Paul Belmondo était un acteur fameux du film noir français. O Jean-Paul Belmondo ήταν διάσημος ηθοποιός του γαλλικού φίλμ νουάρ. 

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar