↑ Επιστροφή σε Λεξικό

peindre (v. irr.)

ζωγραφίζω, βάφω

Παραδείγματα:

  • Je peins une image sur le mur de ma chambre. Ζωγραφίζω μια εικόνα στον τοίχο του δωματίου μου.
  • Elle peint un tableau. Ζωγραφίζει έναν πίνακα.
  • Ils vont peindre l’ itérieur de leur maison seuls, pour faire de l’ économie. Θα βάψουν το εσωτερικό του σπιτιού τους μόνοι τους, για να κάνουν οικονομία.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar