Επιστροφή σε Λεξικό

pleuvoir (v impersonnel)

βρέχει (απρόσωπο)

Παραδείγματα:

  • Il pleut fort, prends ton parapluie. Βρέχει δυνατά, πάρε την ομπρέλα σου. 
  • Il pleut des chats et des chiens.  Βρέχει καρεκλοπόδαρα.

 

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar