↑ Επιστροφή σε Λεξικό

puer (v)

βρωμάω

Παραδείγματα:

  • Je pue comme un chien.   Βρωμάω σαν σκύλος.
  • Elle pue l’ alcool.  Αυτή βρωμάει αλκοόλ.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar