↑ Επιστροφή σε Λεξικό

résolution (la)

επίλυση, απόφαση/ψήφισμα, μετατροπή/διάσπαση, εξαφάνιση

Πολλές έννοιες, ανάλογα με τα συμφραζόμενα.

Έτσι λοιπόν, όταν αναφερόμαστε σ’ένα πρόβλημα θα πούμε:

la résolution du problème

δηλ. η επίλυση του προβλήματος (αφού προηγουμένως βρήκαμε τη λύση του: la solution du problème)

Για “μεγάλες αποφάσεις” τις οποίες παίρνουμε:

J’ai pris une grande résolution pour cette année: Je vais perdre 10 kilos. 

Πήρα μια μεγάλη απόφαση για φέτος. Θα χάσω 10 κιλά.

Στην “φυσική”, έχει την έννοια της μετατροπής από μια κατάσταση σε μία άλλη :

la résolution de l’eau en vapeur

η εξάτμιση του νερού σε ατμό (η μετατροπή του νερού από υγρό  σε αέριο)

la résolution de la neige en eau

 η μετατροπή του χιονιού σε νερό

Στην “ιατρική” σημαίνει εξαφάνιση, διάλυση, αποδυνάμωση:

la résolution d’une tumeur

η εξαφάνιση/αποδυνάμωση ενός όγκου

Τέλος, έχει και την ερμηνεία: απόφαση/ψήφισμα, όταν μιλάμε για κάποιο επίσημο φορέα:

les résolutions de l’ONU (Organisation des Nations Unis)

οι αποφάσεις του ΟΗΕ

Το ρήμα, απ’όπου προέρχεται η λέξη, είναι το résoudre επιλύω, λύνω / résolu (Participe Passé)

Για παράδειγμα:

  • Le problème est résolu. Το πρόβλημα επιλύθηκε.
  • J’espère que le problème avec ma connexion Internet se résoudra bientôt. Ελπίζω ότι το πρόβλημα με τη σύνδεσή μου στο Internet θα λυθεί σύντομα.
  • L’eau se résout en vapeur à 100 degrés Celsius. Το νερό εξατμίζεται στους 100°C.
Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar