↑ Επιστροφή σε Λεξικό

retourner (à) (v)

επιστρέφω/επισκέπτομαι ξανά, γυρίζω

Θα το χρησιμοποιήσουμε για να πούμε ότι επισκεπτόμαστε ξανά ένα μέρος στο οποίο έχουμε ήδη πάει και μας άρεσε τόσο ώστε να θέλουμε να ξαναπάμε.

Για παράδειγμα:

j’ai beaucoup aimé Myconos. Je vais y retourner un jour.

Έχει και την έννοια του “γυρίζω/αναποδογυρίζω”.

Για παράδειγμα:

  • Quand la première face est cuite, retournez la crêpe. Όταν η μία πλευρά έχει ψηθεί, γυρίστε την κρέπα.
  • De temps en temps je retourne le matelas de mon lit pour prolonger sa durée de vie. Κατά καιρούς αναποδογυρίζω το στρώμα του κρεβατιού μου για να παρατείνω τη διάρκεια της ζωής του.

Θα το συναντήσουμε και μεταφορικά στην έκφραση:

retourner sa veste αλλάζω γνώμη, θέση ανάλογα με το συμφέρον μου.

Και να μην ξεχνάμε ότι ανήκει κατηγορία των ρημάτων που κλίνονται με βοηθητικό το être:

je suis retourné(e)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar