↑ Επιστροφή σε Λεξικό

rouge (adj)

κόκκινο 

Παραδείγματα:

  • Le sang est rouge. Το αίμα είναι κόκκινο.
  • J’ai un crayon rouge. Έχω ένα κόκκινο μολύβι.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar