Επιστροφή σε Λεξικό

servir (v. irr)

σερβίρω

Ανήκει στην τρίτη συζυγία. Το συναντάμε, μόνο του, με την πρόθεση à αλλά και σαν verbe pronominal.

1. servir σερβίρω

  • Le garçon sert le café. Το γκαρσόν σερβίρει τον καφέ.
  • La mère sert le dîner. Η μητέρα σερβίρει το δείπνο.

2. servir à + infinitif χρησιμεύει

À quoi sert …? Σε τι χρησιμεύει …;

  • La fourchette sert à manger. Το πηρούνι χρησιμεύει να τρώμε. / À quoi sert la fourchette? Σε τι χρησιμεύει το πηρούνι;
  • Le dictionnaire sert à trouver les mots inconnus. Το λεξικό χρησιμεύει να βρίσκουμε τις άγνωστες λέξεις. / À quoi sert le dictionnaire? Σε τι χρησιμεύει το λεξικό;

3. se servir de quelque chose χρησιμοποιώ κάτι

De quoi te sers-tu (pour …)? Τι χρησιμοποιείς (για …);

  • Je me sers d‘un dictionnaire pour trouver les mots inconnus. Χρησιμοποιώ ένα λεξικό για να βρω τις άγνωστες λέξεις. De quoi te sers-tu pour trouver les mots inconnus? Τι χρησιμοποιείς για να βρεις τις άγνωστες λέξεις;
  • Je me sers d‘une fourchette pour manger. Χρησιμοποιώ ένα πηρούνι για να φάω. De quoi te sers-tu pour manger? Τι χρησιμοποιείς για να φας;

4. La conjugaison

Présent
je (me) sers
tu (te)sers
il/elle/on (se)sert
nous (nous)servons
vous (vous)servez
ils/elles (se)servent
Passé composé
J’ai / Je me suis servi
Αρέσει σε %d bloggers: