↑ Επιστροφή σε Λεξικό

sol (le)

έδαφος

Παραδείγματα:

  • Je suis allongé sur le sol. Είμαι ξαπλωμένος κατάχαμα.
  • Son parachute ne s’est pas ouvert, le parachutiste s’écrase gravement au sol. Το αλεξίπτωτό του δεν άνοιξε, ο αλεξιπτωτιστής συνθλίφτηκε με σφοδρότητα στο έδαφος.
  • Une explosion souterraine a causé un trou énorme dans le sol. Μια υπόγεια έκρηξη προκάλεσε μια τεράστια τρύπα στο έδαφος.

un sol fertile γόνιμο έδαφος :

  • Souvent les sols calcaires sont riches et fertiles. Συχνά τα ασβεστούχα εδάφη είναι πλούσια και γόνιμα.

un sol pauvre φτωχό, άγονο έδαφος:

  • La rotation des cultures peut améliorer un sol pauvre et dégradé. Η κυκλική καλλιέργεια φυτών μπορεί να βελτιώσει ένα φτωχό και υποβαθμισμένο έδαφος.

le sous-sol υπόγειο:

  • Il habite au sous-sol d’un grand bâtiment. Κατοικεί στο υπόγειο ενός μεγάλου κτιρίου. 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar