↑ Επιστροφή σε Λεξικό

tomate (la)

ντομάτα

Παραδείγματα:

  • Il est devenu rouge comme une tomate. Έγινε κόκκινος σαν ντομάτα.
  • Je veux manger une tomate. Θέλω να φάω μια ντομάτα.
  • La tomate se consomme comme une légume, mais en réalité, elle est un fruit. Η ντομάτα καταναλώνεται σαν λαχανικό, αλλά στην πραγματικότητα, είναι ένα φρούτο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar