↑ Επιστροφή σε Βασικά Γαλλικά

Περί ηλικίας – L’âge

Vous le dites votre âge, vous?

Λέτε την ηλικία σας; Έχετε το θάρρος να την αποκαλύψετε ή μήπως αρχίζουμε ν’αγγίζουμε “λεπτά θέματα”;

Τα “περί ηλικίας και χρημάτων” αποτελούν αδιάκριτες ερωτήσεις, μας μάθαιναν παλαιότερα.

Παρόλο που σήμερα οι καιροί έχουν αλλάξει, και είναι ίσως και της μόδας να μιλά κανείς ανοιχτά για την ηλικία του, υπάρχουν μερικοί, κυρίως αυτοί που έχουν περάσει τα πρώτα “-άντα” οι οποίοι δυσκολεύονται να ομολογήσουν τα χρόνια τους.

Σε κάθε περίπτωση, είστε ελεύθεροι να λέτε την ηλικία που νοιώθετε, αρκεί να μη χρειαστεί να δείξετε ταυτότητα ή διαβατήριο.

Πείτε μας λοιπόν την ηλικία που αισθάνεστε, αλλά στα γαλλικά, παρακαλώ!

– Quel âge as-tu? Πόσο χρονών είσαι;

– J’ai … ans.

  • J’ai dix ans. Είμαι δέκα χρονών.
  • J’ai quatorze ans. Είμαι δεκατεσσάρων χρονών.

– Quel âge avez-vous? Πόσο χρονών είστε;

– J’ai … ans.

– Nous avons … ans.

Αν η παραπάνω ερώτηση γίνεται στον πληθυντικό ευγενείας, η απάντηση θα είναι:

  • J’ai quarante ans. Είμαι σαράντα χρονών

Αν όμως αναφέρεται σε περισσότερους από έναν, τότε η απάντηση θα είναι:

  • Nous avons dix ans. Είμαστε δέκα χρονών

– Quel âge a-t-il? Πόσο χρονών είναι (αυτός);

Il a … ans.

– Quel âge a-t-elle? Πόσο χρονών είναι (αυτή);

– Elle a … ans.

  • Il a cinq ans. Είναι πέντε χρονών.
  • Elle a dix-huit ans. Είναι δεκαοκτώ χρονών.
Παρατηρήσατε, ότι οι Γάλλοι για να ρωτήσουν την ηλικία, χρησιμοποιούν το ρήμα AVOIR έχω

 Λένε δηλ.” Τι ηλικία έχεις;” σε αντίθεση με τους Έλληνες που ρωτούν “Πόσο χρονών είσαι;”

Τις παραπάνω ερωτήσεις θα μπορούσαμε να τις κάνουμε και λίγο διαφορετικά:

– Tu as quel âge?

J’ai trente ans.

– Vous avez quel âge?

J’ai quarante ans. /

– Quel est ton âge? Ποιά είναι η ηλικία σου;

– J’ai dix ans. Είμαι δέκα χρονών 

ή

– Mon âge est dix ans. Είμαι δέκα.

– Quel est votre âge? Ποιά είναι η ηλικία σας;

– J’ai quarante ans. Είμαι σαράντα χρονών

     ή

– Mon âge est quarante ans. Είμαι σαράντα.      

αν η παραπάνω ερώτηση γίνεται στον πληθυντικό ευγενείας 

– Nous avons dix ans. Είμαστε δέκα χρονών

 ή

– Notre âge est dix ans. Είμαστε δέκα.

αν η ερώτηση αναφέρεται σε περισσότερους από έναν

Τέλος, πιο απλά θα ρωτήσουμε λέγοντας:

  • Ton âge? Η ηλικία σου;
  • Votre âge? Η ηλιικία σας;

Δείτε ακόμη:

Άλλα σχετικά με την ηλικία

Μιλώντας για την ηλικία των άλλων

Άλλα σχετικά με την ηλικία

Εκτός από την κλασσική απάντηση που μπορούμε να δώσουμε όταν αναφερόμαστε στην ηλικία μας, και στην οποία χρησιμοποιούμε πάντα το ρήμα AVOIR: J’ai 30 ans υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για ν’αναφερθούμε σ’αυτή. Ας δούμε, λοιπόν, ποιοι είναι : Je suis âgé(-e) de dix-huit ans. (Έχω την ηλικία των δεκαοκτώ χρόνων) δηλ. Είμαι δεκαοκτώ. Je viens …

Δες τη σελίδα »

Μιλώντας για την ηλικία των άλλων – Parler de l’âge des autres

Αρκετά συχνά αναφερόμαστε στην ηλικία των άλλων. Κάποιες φορές η αναφορά αυτή είναι γενική και αόριστη. Λέμε δηλ.: jeune νέος, -α Il est jeune. Είναι νέος. Il s’est marié avec une jeune et belle femme. Παντρεύτηκε μια νέα και όμορφη γυναίκα. agé, agée ηλικιωμένος, -η Les parents de Monique sont agés. Οι γονείς της Monique …

Δες τη σελίδα »

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar